Η Ιστορια της Παργας

Η παλιά Πάργα κατά τον Πλούταρχο και Πτολεμαίο ήταν η αρχαία Τορύνη, που βρισκόταν στην σημερινή τοποθεσία της πόλης και καταστράφηκε το 168 π.Χ. απ’ τον Αιμίλιο Παύλο. Τα νησάκια και οι σκόπελοι που βρίσκονται στο θαλάσσιο χώρο που απλώνεται μπροστά στην Πάργα, δημιουργήθηκαν όταν καταποντίστηκε η αρχαία πόλη, που -κατά το Μελέτιο- αποτελούσε το λιμάνι της Ηπείρου στην αρχαιότητα με την ονομασία Ελαια. Σύμφωνα με τα ευρήματα της περιοχής πρέπει να άκμασε οικονομικώς και πολιτιστικώς.

Απ’ τον πρώτο οικισμό Αγία Κυριακή μέχρι την Ανθούσα υπάρχουν σκόρπια: Τείχη, πολυγωνικά λιθάρια και λαξευτοί τάφοι. Στην περιοχή Αγία Παρασκευή της Ανθούοας θα πρέπει να βρισκόταν ολόκληρο αρχαίο Νεκροταφείο σύμφωνα με τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων κατόπιν της εύρεσης λαξευτού τάφου με αρκετά κτερίσματα.

Η πανέμορφη τοποθεσία της πόλης ήταν η αιτία να βρίσκεται συνεχώς σε αλλεπάλληλη κατοχή απ’ τους Μυκηναϊκούς χρόνους μέχρι της ενσωμάτωσης στο Ελληνικό κράτος. Η ύπαρξη της πρώτης πόλης εμφανίζεται το πρώτο το 1320 μ.Χ., όπου γίνεται αντικείμενο συναλλαγής μεταξύ Βενετών και Δεσποτάτου της Ρωμανίας. Από ιστορικό του Βυζαντίου -κατά πάσα πιθανότητα τον Ιωάννη Κατακουζηνό το 1337 αναφέρεται ότι η Πάργα ήταν μια απ’ τις πιο οχυρές πόλεις της Ηπείρου. Ήταν κτισμένη στο λόφο Πεζόβολος, που σήμερα σώζονται σκόρπια ερείπια και ονομάζονται Παλαιόπαργα. Η πρώτη της ονομασία ήταν Παράγειρος ή Παραγαία απ’ τη σλαβική λέξη parg, που σημαίνει λιμάνι.

Στη σημερινή της τοποθεσία κτίστηκε το 1365 μαζί με το κάστρο και βρισκόταν υπό την προστασία των Νορμανδών. Έκτοτε οι Παργινοί καταβάλλουν διπλωματικές και αγωνιστικές προσπάθειες για να βρίσκονται υπό την προστασία ελαστικότερων τυράννων. Το 1400 μ.Χ. εγκαταλείπεται απ’ τους Νορμανδούς και καταλαμβάνεται απ’ τον Αλβανοσερβοβλάχο Μπογκόη. Από τότε συνεχείς ληστρικές επιδρομές την εξασθενίζουν κι αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια των Ενετών. Έτσι υπογράφεται στην Κέρκυρα απ’ τον Μπαΰλο Αζαρίνο και μιας Επιτροπής Παργινών της οποίας προΐσταται ρ Πρωτόπαπας Ιω. Βασιλάς στις 21 Μαρτίου το 1401 συνθήκη που διάρκεσε 400 περίπου χρόνια και παρείχε πολλά προνόμια στους προστατευόμενους. Έκτοτε διοικούνταν απ’ τη Γενική Συνέλευση των Πατρικίων κι απ’ τον Κυβερνήτη-διοικητή, που ασκούσε τη διοικητική και δικαστική εξουσία κι αντλούσε τη δύναμη του απ’ την προστασία των Ενετών.

Στην περίοδο των 400 αυτών ετών βρίσκεται σε συνεχείς περιπέτειες που διαρκούν όμως μικρό χρονικό διάστημα. Αναφέρομε κατά σειρά:

Το 1452 ρ Χατζής Μπέης με 12.000 στρατιώτες καταλαμβάνει μαζί με τις Βενετικές κτήσεις και την Πάργα παρά τις προσπάθειες της ν’ αντισταθεί. Μετά, όμως, από δύο χρόνια οι Βενετοί με τη βοήθεια των Κερκυραίων την ανακαταλαμβάνουν και υψώνουν στο φρούριο τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Κατά τη Βενετοτουρκική διαμάχη στην Πάργα λειτουργούσε ναυπηγείο απ’ όπου ναυπηγούνταν πλοία για τους Βενετούς. Το 1475 δεύτερη επίθεση των Τούρκων αποκρούεται με τη βοήθεια των Ενετών και Κερκυραίων.

Το 1500 ο Βαγιαζήτ Β’ επιτίθεται εναντίον των Ενετικών κτήσεων κι αιχμαλωτίζει το γιο του Παργινού ψαρά Γιάννη Μικέγκου, που. όπως λέγεται, έγινε ο Βεζίρης Ιμπραήμ πασάς από αδελφή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.

Το 1537 ο Χάιρεντίν Μπαρμπαρόσα καταλαμβάνει την Πάργα, κατεδαφίζει το φρούριο της κι ερημώνει την πόλη. Αργότερα η Πάργα αναδομείται με τη βοήθεια και τών Ενετών.

Το 1571 ο αρχιναύαρχος της Πύλης Αλή Πασάς πολιορκεί την Πάργα, την πυρπολεί και ξανακατεδαφίζει το φρούριο της. Την ίδια χρονιά μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου οι Ενετοί κατακτούν την Πάργα, αναδομούν φρούριο και πόλη και την καθιστούν πρώτο λιμάνι της Ηπείρου, απ’ όπου διενεργείται το μετακομιστικό εμπόριο της περιοχής και των άλλων ελληνικών πόλεων.

Απ’ το 1571 μέχρι στις 15/4/1819 η Πάργα παρά τις αλλεπάλληλες περιπέτειες δεν κατακτάται, κι έτσι ελεύθερη ευημερεί και ακμάζει. Οι Οθωμανοί φοβούμενοι τους Παργινούς οχύρωσαν το Μαργαρίτι και ίδρυσαν ισχυρό φρούριο. Ο Βενιέρος -στρατηγός της Βενετίας- έστειλε τον Παύλο Ορσίνο, όπου καταλαμβάνει το Μαργαρίτι και καταστρέφει το Φρούριο. Κατ’ αυτό το διάοτημα η μεγαλύτερη περιπέτεια της Πάργας ήταν το 1657, που οι Οθωμανοί Ιμάμ Πασάς και Μπέικος με 4.000 στρατιώτες καταλαμβάνουν το βουνό Λιθίτσα και πολιορκούν την Πάργα. Την άλλη χρονιά επαναλαμβάνουν την πολιορκία με ισχυρότερες δυνάμεις -6.000 στρατιώτες και σκαπανείς- αλλά χωρίς επιτυχία.

Στις 21/7/1718 με τη συνθήκη Πασάροβιτς η Πάργα τίθεται υπό την προστασία των Βενετών και καθίσταται καταφύγιο των κυνηγημένων Ελλήνων, αλλά και τόπος εφοδιασμού των επαναστατημένων οπλαρχηγών. Εδώ βρήκαν καταφύγιο ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Μπουκουβάλας και ο Ανδρούτσος. Αυτό εξοργίζει τον Αλή Πασά που προσπαθεί με κάθε τρόπο να κυριεύσει την Πάργα, αλλά δεν το κατορθώνει, διότι οι Παργινοί με τους Σουλιώτες αποκρούουν τις εκάστοτε επιθέσεις του.

Το 1797 με τη συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο η Γαλλία γίνεται ο νέος προστάτης της Πάργας. Ο Αλή πασάς εκστρατεύει με 6.000 στρατιώτες εναντίον της Πάργας και οι Παργινοί, για να σωθούν, ζητούν την προστασία του Ρωοοτουρκικού στόλου που προΐστανται οι ναύαρχοι Ουζάκωφ -Ρώσος και Καντίρ Μπέης -Τούρκος και υψώνουν τις σημαίες των πατρίδων τους. Ο Ρώσος ναύαρχος στέλνει Ρωσοτουρκική φρουρά και αναλαμβάνει την προστασία της Πάργας

Το 1800 με τη συνθήκη Ρωσίας-Τουρκίας όπου τα Επτάνησα κηρύσσονται ελεύθερα, και η Πάργα κηρύσσεται ελεύθερη πολιτεία. Η συνθήκη αυτή αναγνωρίζεται με τη συνθήκη της ΑΥΓΙΝΗΣ το 1802 κι απ’ την Αγγλία, που εγγυάται την ισχύ της. Ο Αλή Πασάς δέχεται να υπογράψει κι αυτός τη συνθήκη με τον όρο να του παραχωρήσουν την Πάργα. Ο διοικητής της Κέρκυρας Αμπντουλάχ Μπέης και ο αντιπρόσωπος του Αλή Αγάς αρνούνται να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Αλή Πασά για παράδοση σ’ αυτόν της Πάργας.

Κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1806 ο Αλή Πασάς στέλνει το γιο του Αλή στην Πάργα και με δελεαστικές προτάσεις ζητά απ’ τους Παργινούς να του παραδώσουν την πόλη, αλλ’ αυτοί περήφανα του αρνούνται. Οργισμένος ο Αλή Πασάς το 1807 με 20.000 Αλβανούς πολιορκεί την Πάργα, αλλά δεν κατορθώνει να την καταλάβει, διότι με τη συνθήκη του Τιλσίτ ή Επτάνησος και η Πάργα τίθενται υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο Αλή Πασάς ζητά τη συγκατάθεση του διοικητή της Κέρκυρας στρατηγού Καίσαρα Μπερτιέ -Γάλλου, ο οποίος ειδοποιεί σχετικά το Ναπολέοντα και του ζητά να αρνηθεί του Αλή Πασά. Ο Μ. Ναπολέων αρνείται οτον Αλή Πασά και η απάντηση του φέρεται σε μια επιγραφή στο μικρό Καστράκι “defence da la partie”.

Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα στην εκστρατεία του κατά της Ρωσίας το 1812, ο Αλή Πασάς στέλνει το γιο του Μουχτάρ, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Αγο Βασιάρη με 6.000 Αλβανούς και πολιορκούν την Αγια, την καταλαμβάνουν, την καταστρέφουν και κτίζουν το φρούριο πάνω απ’ την Ανθούσα για να το χρησιμοποιήσουν σαν ορμητήριο κατά της Πάργας.

Ο Αλή Πασάς πολιορκεί την Πάργα από στεριά και θάλασσα -με στόλο που ήρθε απ’ την Πρέβεζα-αλλά οι Παργινοί συντρίβουν τον επιδρομέα.

Οι Γάλλοι ηττημένοι απ’ τους Άγγλους παραχωρούν τις κτήσεις τους στα Ιόνια νηοιά και στα παράλια της Ηπείρου στους Άγγλους. Έτσι το 1815 οι Άγγλοι είναι κύριοι των Επτανήσων εκτός της Κέρκυρας, που την κατέχουν οι Γάλλοι. Ο Αλή Πασάς υπόσχεται βοήθεια στους Αγγλους εάν του παραχωρήσουν τη Λευκάδα και την Πάργα.

Το 1816 υπογράφεται συνθήκη μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας όπου οι Άγγλοι γίνονται κύριοι των Επτανήσων. Ο Αλή Πασάς κατηγορεί την Πάργα στο Σουλτάνο και στους Αγγλους ότι είναι φωλιά κακοποιών και άτι οι Παργινοί με τους Σουλιώτες είναι επικίνδυνοι για την Πύλη. Τους ισχυρισμούς του Αλή Πασά επιβεβαιώνει και ο Άγγλος διοικητής της Κέρκυρας Θωμάς Μαίτλαντ, που για την φιλοτουρκική πολιτική του αποκαλείτο Σουλτάν Θωμάς.

Στις 17/5/1817 υπογράφεται συνθήκη στα Γιάννενα εκ μέρους των Άγγλων με τον Άγγλο Πρόξενο του Μωρία Τζων Καρτράιτ και εκ μέρους των Τούρκων του Βεζίρη Χαμίτ Μπέη, κατά την οποία παραχωρείται η Πάργα στους Τούρκους και η Τουρκία παραιτείται κάθε απαίτησης απ’ τα Επτάνησα. Κατά τη συνθήκη ο Αλή Πασάς θα εγγυΰταν τη ζωή, την ασφάλεια και την περιουσία των Παργινών. Όποιος Παργινός εγκατέλειπε την Πάργα θα αποζημιωνόταν και το ύψος της αποζημίωσης οριζόταν απ’ τη συνθήκη και ανερχόταν οε 150.000 λίρες. Στις 15/4/1819 οι Παργινοί εγκαταλείπουν την πατρίδα τους και μπαίνουν στα πλοιάρια για αναζήτηση καινούργιας γης αφου πρώτα ξεθάβουν τα οστά των νεκρών από το νεκροταφείο και τα καίνε πέρνοντας μαζι τους τις στάχτες ώστε να μην μείνει Παργινός στα χέρια του Αλή ούτε ζωντανός ούτε νεκρός.

Ο Μαίτλαντ πήρε την αποζημίωση 620 χιλιάδες τάλιρα και 20 χιλιάδες χρυσούς Ρουμπιέδες κι έφυγε με το πλοίο Γανυμήδης για την Κέρκυρα χωρίς ποτέ να δώσει αποζημίωση στους Παργινούς. Την πράξη τους αυτή, για την Πάργα, την καταδίκασαν και οι ίδιοι οι Άγγλοι. Ο λόρδος Λάντερ Νταλέ και ο στρατηγός Ριχάρδος Τζωρτζ έγραψαν: “Κάναμε έγκλημα που πουλήοαμε τους Παργινούς στους Τούρκους”, Ο διάσημος Ιταλός ποιητής Τυρταίος υμνούσε την προσφυγιά και καταδίκαζε την πράξη των Άγγλων στο ποίημα του “οι πρόσφυγες της Πάργας”. Ο Ηπειρώτης λογοτέχνης υπολοχαγός Κραψίτης έγραφε: “Ένας λαός που έκανε αθάνατο σύμβολο τη λεβεντιά και τη φιλοπατρία πουλιέται απ’ τους Αγγλους στους Τούρκους”. Η δημοτική μούσα θρήνησε το πούλημα της Πάργας.

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά το 1821 και στις αρχές του Ιουλίου, 250 Παργινοί με οπλαρχηγούς τους Δημουλίτσα, Δεσύλλα και Τσούκο και με επικεφαλής το Ρινιάσσα Περραιβό, βοηθούμενοι και από 50 Σουλιώτες αποβιβάστηκαν στην Παγωνιά, ανέβηκαν κρυφά την Αγία Ελένη -Μακρυνάρος-και μπήκαν πρωί-πρωί στην πόλη χωρίς αντίσταση. Οι Τούρκοι πολιόρκησαν τότε την Πάργα από στεριά και θάλασσα και θα τους έσφαζαν, εάν δεν αιφνιδίαζαν τους Τούρκους 200 Σουλιώτες με οπλαρχηγούς τους Φωτομάρα, Ζέρβα και Δαγκλή, κι έτσι κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Κέρκυρα.

Οι Μανιάτες συγκινήθηκαν απ’ τον απεγνωσμένο αγώνα των ολίγων Παργινών. Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με 800 περίπου μαχητές αποβιβάστηκαν στη Σπλάντζα με σκοπό να ενωθούν με τους Σουλιώτες και να πιάσουν τα μετόπισθεν των Τούρκων. Σε μια απ’ τις επιθέσεις στο ύψωμα Αγίας Ελένης σκοτώθηκε ο Κυριακούλης -Ιούνιος του 1822- κι έτσι απότυχε η ευγενική προσπάθεια αλληλεγγύης των Μανιατών.

Το 1831 ο Ρεσίτ Μεχμέτ Πασάς κάλεσε τους Παργινούς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά επέστρεψαν μόνο εκατό οικογένειες κι έτσι αποίκισε οθωμανικές οικογένειες απ’ τις γύρω περιοχές.

Το 1847 η Πάργα πουλήθηκε στους Ρεσίτ Πασά και Ρεφάτ Πασά κι αυτοί μίσθωσαν τη γη σε μεγάλες τιμές στους Παργινούς.

Το 1913 ο Τσέλιο Μουλιαζίμης -Τούρκος διοικητής της Πάργας- παραδίδει την πόλη στον υπολοχαγό Άγγελο Φέτση στις 22 Μαρτίου.

Το 1930 με συνοδεία ολόκληρου του ελληνικού στόλου επαναπατρίζονται απ’ την Κέρκυρα τα ιερά κειμήλια, τα οστά των προγόνων και το λάβαρο της Πάργας.